der literat
li
ˈli:
li
te
tə
tē
rat
ʁa:t
rat

Ορισμός και σημασία του "literat"στα γερμανικά

01

συγγραφέας, λογιότατος

Eine Person, die literarische Werke schreibt 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Literaten
αρσενικό ενικό
Literat
θηλυκό ενικό
Literatin
neutral form
Schriftsteller
γενική πτώση
Literaten
Παραδείγματα
Der Literat veröffentlichte einen neuen Roman. 

Ο λογοτέχνης δημοσίευσε ένα νέο μυθιστόρημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store