der lieferant
lie
ˈli:
li
fe
rant
ʁant
rant

Ορισμός και σημασία του "lieferant"στα γερμανικά

01

προμηθευτής, παροχέας

Eine Person oder Firma, die Waren liefert 
der Lieferant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Lieferanten
αρσενικό ενικό
Lieferant
θηλυκό ενικό
Lieferantin
neutral form
Lieferdienst
γενική πτώση
Lieferanten
Παραδείγματα
Der Lieferant bringt die Waren pünktlich. 

Ο προμηθευτής φέρνει τα εμπορεύματα έγκαιρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store