der Lieferant

Ορισμός και σημασία του "lieferant"στα γερμανικά

Der Lieferant
[gender: masculine]
01

προμηθευτής, παροχέας

Eine Person oder Firma, die Waren liefert
der Lieferant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Lieferanten
πληθυντικός τύπος
Lieferanten
Παραδείγματα
Der Lieferant ist sehr zuverlässig.
Ο προμηθευτής είναι πολύ αξιόπιστος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store