liberal
Pronunciation
/libeˈʀaːl/

Ορισμός και σημασία του "liberal"στα γερμανικά

01

φιλελεύθερος, προοδευτικός

Offen für neue Ideen und Veränderungen, oft für mehr Freiheit in Politik und Gesellschaft
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am liberalsten
συγκριτικός βαθμός
liberaler
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Liberale Ideen fördern persönliche Freiheit.
Οι φιλελεύθερες ιδέες προωθούν την προσωπική ελευθερία.

Λεξικό Δέντρο

liberal
liber
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store