das lexikon
lex
ˈlɛk
lek
i
si
si
kon
kɔn
kawn

Ορισμός και σημασία του "lexikon"στα γερμανικά

01

εγκυκλοπαίδεια, εγκυκλοπαιδικό λεξικό

Buch oder Nachschlagewerk mit vielen Informationen zu verschiedenen Themen 
das Lexikon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Lexika
γενική πτώση
Lexikons
Παραδείγματα
Im Lexikon steht viel Wissen über Geschichte. 

Το λεξικό περιέχει πολλές γνώσεις για την ιστορία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store