Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
leiden
[past form: litt]
01
υποφέρω
Starken körperlichen oder seelischen Schmerz empfinden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
leide
γ΄ ενικό πρόσωπο
leidet
ενεστώτα μετοχή
leidend
απλός αόριστος
litt
παθητική μετοχή
gelitten
Παραδείγματα
Nach dem Unfall hat er sehr gelitten.
Μετά το ατύχημα, υπέφερε πολύ.



























