Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
leiden
01
υποφέρω
Starken körperlichen oder seelischen Schmerz empfinden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
leide
γ΄ ενικό πρόσωπο
leidet
ενεστώτα μετοχή
leidend
απλός αόριστος
litt
παθητική μετοχή
gelitten
Παραδείγματα
Er leidet an starken Kopfschmerzen.
Αυτός υποφέρει από έντονους πονοκεφάλους.



























