leiden
leiden
laɪ̯dn
laidn
leihenleinenleitenleimen

Ορισμός και σημασία του "leiden"στα γερμανικά

leiden
01

υποφέρω

Starken körperlichen oder seelischen Schmerz empfinden 
leiden definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
leide
γ΄ ενικό πρόσωπο
leidet
ενεστώτα μετοχή
leidend
απλός αόριστος
litt
παθητική μετοχή
gelitten
Παραδείγματα
Er leidet an starken Kopfschmerzen. 

Αυτός υποφέρει από έντονους πονοκεφάλους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store