leiden
Pronunciation
/ˈlaɪ̯dən/

Ορισμός και σημασία του "leiden"στα γερμανικά

leiden
[past form: litt]
01

υποφέρω

Starken körperlichen oder seelischen Schmerz empfinden
leiden definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
leide
γ΄ ενικό πρόσωπο
leidet
ενεστώτα μετοχή
leidend
απλός αόριστος
litt
παθητική μετοχή
gelitten
Παραδείγματα
Nach dem Unfall hat er sehr gelitten.
Μετά το ατύχημα, υπέφερε πολύ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store