Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
leicht
[comparative form: leichter][superlative form: leichteste-]
01
ελαφρύς, εύκολος
Nicht schwer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
leichteste-
συγκριτικός βαθμός
leichter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Decke ist schön leicht.
Η κουβέρτα είναι ευχάριστα ελαφριά.
02
εύκολος, απλός
Nicht schwierig
Παραδείγματα
Es ist leicht, einen Fehler zu machen.
Είναι εύκολο να κάνεις λάθος.



























