leicht
Pronunciation
/laɪ̯çt/

Ορισμός και σημασία του "leicht"στα γερμανικά

leicht
[comparative form: leichter][superlative form: leichteste-]
01

ελαφρύς, εύκολος

Nicht schwer
leicht definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
leichteste-
συγκριτικός βαθμός
leichter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Decke ist schön leicht.
Η κουβέρτα είναι ευχάριστα ελαφριά.
02

εύκολος, απλός

Nicht schwierig
leicht definition and meaning
Παραδείγματα
Es ist leicht, einen Fehler zu machen.
Είναι εύκολο να κάνεις λάθος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store