der lehrling
lehr
ˈle:ɐ̯
λε
ling
lɪng
λινγκ
lehrgang

Ορισμός και σημασία του "lehrling"στα γερμανικά

01

μαθητευόμενος, πρακτικάριος

Eine person, die in einem beruf ausgebildet wird 
der Lehrling definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Lehrlinge
αρσενικό ενικό
Lehrling
θηλυκό ενικό
Lehrlingin
neutral form
Auszubildender
γενική πτώση
Lehrling(e)s
Παραδείγματα
Der Lehrling lernt in der Werkstatt. 

Ο μαθητευόμενος μαθαίνει στο εργαστήριο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store