Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lediglich
01
μόνο
Etwas, das ausschließlich oder ohne weitere Bedeutung oder Zusätze gilt
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Diese Regel gilt lediglich für Neukunden.
Ο κανόνας αυτός ισχύει μόνο για νέους πελάτες.



























