der lavendel
la
ˈla:
λα
vendel
vɛndl
βενντλ

Ορισμός και σημασία του "lavendel"στα γερμανικά

01

λεβάντα, φυτό λεβάντας

aromatische Pflanze mit violetten Blüten, die für Duftstoffe, Heilmittel und Zierzwecke genutzt wird 
der Lavendel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Lavendel
γενική πτώση
Lavendels
Παραδείγματα
Der Lavendel duftet herrlich. 

Η λεβάντα μυρίζει υπέροχα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store