das laufwerk
laufwerk
laʊ̯fvɛʁk
lawfverk

Ορισμός και σημασία του "laufwerk"στα γερμανικά

01

διάταξη, αναγνώστης

Ein Teil eines Computers, der CDs, DVDs oder andere Speichermedien lesen kann 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Laufwerk(e)s
πληθυντικός τύπος
Laufwerke
Παραδείγματα
Mein Computer hat kein Laufwerk mehr. 

Ο υπολογιστής μου δεν έχει πλέον μηχανισμό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store