der Laufsteg
Pronunciation
/ˈlaʊ̯fˌʃteːk/

Ορισμός και σημασία του "laufsteg"στα γερμανικά

Der Laufsteg
[gender: masculine]
01

πλατφόρμα, παράσταση μόδας

Ein schmaler, erhöhter Steg, auf dem Models Kleidung für das Publikum präsentieren
der Laufsteg definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Laufsteg(e)s
πληθυντικός τύπος
Laufstege
Παραδείγματα
Der Laufsteg erstrahlte in bunten Lichtern.
Η διάδρομος έλαμπε με πολύχρωμα φώτα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store