der laufsteg
laufsteg
laʊ̯fʃte:k
lawfshtek

Ορισμός και σημασία του "laufsteg"στα γερμανικά

01

πλατφόρμα, παράσταση μόδας

Ein schmaler, erhöhter Steg, auf dem Models Kleidung für das Publikum präsentieren 
der Laufsteg definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Laufstege
γενική πτώση
Laufsteg(e)s
Παραδείγματα
Die Models gingen selbstbewusst den Laufsteg entlang. 

Τα μοντέλα περπατούσαν με αυτοπεποίθηση κατά μήκος της πισίνας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store