der lauch
lauch
laʊ̯x
λαουχ
laschlaich

Ορισμός και σημασία του "lauch"στα γερμανικά

01

πράσο, πράσο

ein Gemüse mit langen, grünen Blättern und einem weißen, zylindrischen Schaft 
der Lauch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Lauch
γενική πτώση
Lauchs
Παραδείγματα
Der Lauch ist lang und grün-weiß. 

Το πράσο είναι μακρύ και πράσινο-άσπρο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store