der landwirt
landwirt
lantvɪɐ̯t
λαντβιτ

Ορισμός και σημασία του "landwirt"στα γερμανικά

01

αγρότης, γεωργός

Eine Person, die beruflich Landwirtschaft betreibt 
der Landwirt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Landwirte
αρσενικό ενικό
Landwirt
θηλυκό ενικό
Landwirtin
neutral form
landwirtschaftliche Fachkraft
γενική πτώση
Landwirt(e)s
Παραδείγματα
Der Landwirt erntet Weizen auf seinem Feld. 

Ο αγρότης θερίζει σιτάρι στο χωράφι του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

landwirt

land

+

wirt

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store