Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
künftig
01
μελλοντικός, επερχόμενος
Etwas, das in der Zukunft liegt oder geschehen wird
Παραδείγματα
Künftige Software-Updates sollen sicherer sein.
Οι μελλοντικές ενημερώσεις λογισμικού πρέπει να είναι πιο ασφαλείς.


























