die Kündigung
Pronunciation
/ˈkʏndɪɡʊŋ/

Ορισμός και σημασία του "kündigung"στα γερμανικά

Die Kündigung
[gender: feminine]
01

απόλυση, λύση

Das Ende eines Arbeitsvertrags
die Kündigung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Kündigung
πληθυντικός τύπος
Kündigungen
Παραδείγματα
Die Kündigung kam überraschend.
Η λύση ήρθε απροσδόκητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store