Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sich kümmern
01
ανησυχώ, φροντίζω
Sich um jemanden oder etwas sorgen oder sich darum kümmern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
kümmere
γ΄ ενικό πρόσωπο
kümmert
ενεστώτα μετοχή
kümmernd
απλός αόριστος
kümmerte
παθητική μετοχή
gekümmert
Παραδείγματα
Ich kümmere mich um alles.
Εγώ φροντίζω τα πάντα.
02
νοιάζομαι για, ανησυχώ για
Sich für jemanden oder etwas interessieren oder sich darum sorgen
Παραδείγματα
Sie kümmert sich um das Wohl der Kinder.
Αυτή νοιάζεται για την ευημερία των παιδιών.
03
έχω σημασία, είμαι σημαντικός
Von Bedeutung sein
Παραδείγματα
Das wird dich später kümmern.
Αυτό θα σε απασχολήσει αργότερα.



























