Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sich kümmern
01
ανησυχώ, φροντίζω
Sich um jemanden oder etwas sorgen oder sich darum kümmern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
kümmere
γ΄ ενικό πρόσωπο
kümmert
ενεστώτα μετοχή
kümmernd
απλός αόριστος
kümmerte
παθητική μετοχή
gekümmert
Παραδείγματα
Er kümmert sich um seinen kranken Hund.
Αυτός φροντίζει το άρρωστο σκυλί του.
02
νοιάζομαι για, ανησυχώ για
Sich für jemanden oder etwas interessieren oder sich darum sorgen
Παραδείγματα
Er kümmert sich nicht um seine Arbeit.
Δεν νοιάζεται για τη δουλειά του.
03
έχω σημασία, είμαι σημαντικός
Von Bedeutung sein
Παραδείγματα
Das kümmert mich nicht.
Αυτό δεν με αφορά.



























