der kühlschrank
kühl
ˈkyl
kyl
schrank
ʃʁank
shrank

Ορισμός και σημασία του "kühlschrank"στα γερμανικά

Der Kühlschrank
01

ψυγείο, ψυκτικός

Ein Gerät zur Kühlung von Lebensmitteln 
der Kühlschrank definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Kühlschrank(e)s
πληθυντικός τύπος
Kühlschränke
Παραδείγματα
Der Kühlschrank steht in der Küche. 

Το ψυγείο βρίσκεται στην κουζίνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store