Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
köstlich
01
νόστιμος, γευστικός
Sehr lecker oder angenehm im Geschmack
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am köstlichsten
συγκριτικός βαθμός
köstlicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Diese Schokolade ist besonders köstlich.
Αυτή η σοκολάτα είναι ιδιαίτερα νόστιμη.
02
νόστιμος, γοητευτικός
sehr lustig, charmant oder auf eine angenehme Weise unterhaltsam
Παραδείγματα
Die Geschichte war köstlich erzählt.
Η ιστορία είχε αφηγηθεί με νόστιμο τρόπο.
03
πολύτιμος, ανεκτίμητος
sehr wertvoll oder kostbar, oft im übertragenen Sinn
Παραδείγματα
Solche Momente sind köstlich.
Τέτοιες στιγμές είναι νόστιμες.



























