der Käufer
Pronunciation
/ˈkɔɪ̯fɐ/

Ορισμός και σημασία του "käufer"στα γερμανικά

Der Käufer
[gender: masculine]
01

αγοραστής, αποκτητής

Jemand, der etwas kauft
der Käufer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Käufer
πληθυντικός τύπος
Käufer
Παραδείγματα
Der Verkäufer und der Käufer unterschrieben den Vertrag.
Ο πωλητής και ο αγοραστής υπέγραψαν τη σύμβαση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store