die kältewelle
käl
ˈkɛl
kel
te
we
ˌvɛ
ve
lle

Ορισμός και σημασία του "kältewelle"στα γερμανικά

Die Kältewelle
01

κύμα κρύου, περίοδος έντονου κρύου

Eine Zeit mit sehr niedrigen Temperaturen über mehrere Tage 
die Kältewelle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Kältewellen
γενική πτώση
Kältewelle
Παραδείγματα
Die Kältewelle dauert schon drei Tage. 

Το κύμα κρύου διαρκεί ήδη τρεις ημέρες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

kältewelle

kälte

+

welle

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store