kurzweilig
kurzweilig
kʊʁt͡svaɪ̯lɪk
koortsvailik

Ορισμός και σημασία του "kurzweilig"στα γερμανικά

kurzweilig
01

διασκεδαστικός, ενδιαφέρων

So unterhaltsam oder interessant, dass die Zeit wie im Flug vergeht 
kurzweilig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am kurzweiligsten
συγκριτικός βαθμός
kurzweiliger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Roman ist kurzweilig und voller Überraschungen. 

Το μυθιστόρημα είναι διασκεδαστικό και γεμάτο εκπλήξεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store