Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kurzweilig
01
διασκεδαστικός, ενδιαφέρων
So unterhaltsam oder interessant, dass die Zeit wie im Flug vergeht
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am kurzweiligsten
συγκριτικός βαθμός
kurzweiliger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Stadtführung war humorvoll und kurzweilig.
Η ξενάγηση της πόλης ήταν χιουμοριστική και διασκεδαστική.



























