Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Kunde
01
πελάτης, αγοραστής
Eine Person, die Waren oder Dienstleistungen kauft oder in Anspruch nimmt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Kunden
αρσενικό ενικό
Kunde
θηλυκό ενικό
Kundin
neutral form
Kundschaft
γενική πτώση
Kunden
Παραδείγματα
Der Kunde bezahlt an der Kasse.
Ο πελάτης πληρώνει στο ταμείο.
LanGeek



























