der kunde
kun
ˈkʊn
koon
de
kurde

Ορισμός και σημασία του "kunde"στα γερμανικά

01

πελάτης, αγοραστής

Eine Person, die Waren oder Dienstleistungen kauft oder in Anspruch nimmt 
der Kunde definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Kunden
αρσενικό ενικό
Kunde
θηλυκό ενικό
Kundin
neutral form
Kundschaft
γενική πτώση
Kunden
Παραδείγματα
Der Kunde bezahlt an der Kasse. 

Ο πελάτης πληρώνει στο ταμείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store