krähen
Pronunciation
/ˈkʁɛːən/

Ορισμός και σημασία του "krähen"στα γερμανικά

krähen
[past form: krähte]
01

κοκκυρίζω, κραυγάζω

Ein lauter Ruf, den Hähne machen
krähen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
krähe
γ΄ ενικό πρόσωπο
kräht
ενεστώτα μετοχή
krähend
απλός αόριστος
krähte
παθητική μετοχή
gekräht
Παραδείγματα
Das Krähen weckte mich früh.
Το κράξιμο του κόκορα με ξύπνησε νωρίς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store