Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
krähen
01
κοκκυρίζω, κραυγάζω
Ein lauter Ruf, den Hähne machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
krähe
γ΄ ενικό πρόσωπο
kräht
ενεστώτα μετοχή
krähend
απλός αόριστος
krähte
παθητική μετοχή
gekräht
Παραδείγματα
Der Hahn kräht jeden Morgen um sechs Uhr.
Ο κόκορας λαλαγίζει κάθε πρωί στις έξι.



























