krähen
kräh
ˈkʁɛ:
kre
en
ən
ēn

Ορισμός και σημασία του "krähen"στα γερμανικά

krähen
01

κοκκυρίζω, κραυγάζω

Ein lauter Ruf, den Hähne machen 
krähen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
krähe
γ΄ ενικό πρόσωπο
kräht
ενεστώτα μετοχή
krähend
απλός αόριστος
krähte
παθητική μετοχή
gekräht
Παραδείγματα
Der Hahn kräht jeden Morgen um sechs Uhr. 

Ο κόκορας λαλαγίζει κάθε πρωί στις έξι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store