Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
krähen
[past form: krähte]
01
κοκκυρίζω, κραυγάζω
Ein lauter Ruf, den Hähne machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
krähe
γ΄ ενικό πρόσωπο
kräht
ενεστώτα μετοχή
krähend
απλός αόριστος
krähte
παθητική μετοχή
gekräht
Παραδείγματα
Das Krähen weckte mich früh.
Το κράξιμο του κόκορα με ξύπνησε νωρίς.



























