die krähe
kräh
ˈkʁɛ:
kre
e
ə
ē

Ορισμός και σημασία του "krähe"στα γερμανικά

01

κοράκι, κουρούνα

Ein mittelgroßer, schwarzer Vogel, der für seine Intelligenz und sein lautes "Krächzen" bekannt ist 
die Krähe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Krähen
αρσενικό ενικό
Krähenhahn
θηλυκό ενικό
Krähenhenne
neutral form
Krähe
γενική πτώση
Krähe
Παραδείγματα
Die Krähe sitzt auf dem Baum und beobachtet alles. 

Ο κόρακας κάθεται στο δέντρο και παρατηρεί τα πάντα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store