Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kritisieren
[past form: kritisierte]
01
κριτικάρω, κατακρίνω
Auf Fehler oder Probleme bei jemandem oder etwas hinweisen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
kritisiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
kritisiert
ενεστώτα μετοχή
kritisierend
απλός αόριστος
kritisierte
παθητική μετοχή
kritisiert
Παραδείγματα
Er kritisierte sich selbst für den Fehler.
Κριτίκισε τον εαυτό του για το λάθος.



























