kritisch
Pronunciation
/ˈkʁiːtɪʃ/

Ορισμός και σημασία του "kritisch"στα γερμανικά

01

κριτικός, αναλυτικός

Eine Haltung oder Äußerung, die etwas hinterfragt, analysiert oder bewertet
kritisch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am kritischsten
συγκριτικός βαθμός
kritischer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er hat einen kritischen Blick auf dieses Projekt.
Έχει μια κριτική ματιά σε αυτό το έργο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store