Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kritisch
01
κριτικός, αναλυτικός
Eine Haltung oder Äußerung, die etwas hinterfragt, analysiert oder bewertet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am kritischsten
συγκριτικός βαθμός
kritischer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er hat einen kritischen Blick auf dieses Projekt.
Έχει μια κριτική ματιά σε αυτό το έργο.



























