kritisch
kri
ˈkʁi:
κρι
tisch
tɪʃ
τισ
kroatisch

Ορισμός και σημασία του "kritisch"στα γερμανικά

01

κριτικός, αναλυτικός

Eine Haltung oder Äußerung, die etwas hinterfragt, analysiert oder bewertet 
kritisch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am kritischsten
συγκριτικός βαθμός
kritischer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Haltung, Analyse, Bewertung
Παραδείγματα
Sie stellte kritische Fragen zur Politik. 

Έκανε κριτικές ερωτήσεις σχετικά με την πολιτική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store