der kritiker
kritiker
kʁi:tɪkɐ
kritik

Ορισμός και σημασία του "kritiker"στα γερμανικά

01

κριτικός, λογοκριτής

Eine Person, die Meinungen über Bücher, Filme oder Kunst schreibt und bewertet 
der Kritiker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Kritiker
αρσενικό ενικό
Kritiker
θηλυκό ενικό
Kritikerin
neutral form
Kritikperson
γενική πτώση
Kritikers
Παραδείγματα
Der Kritiker lobte den neuen Film sehr. 

Ο κριτικός επαίνεσε πολύ τη νέα ταινία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store