Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kriegen
01
λαμβάνω, αποκτώ
Etwas erhalten oder bekommen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
kriege
γ΄ ενικό πρόσωπο
kriegt
ενεστώτα μετοχή
kriegend
απλός αόριστος
kriegte
παθητική μετοχή
gekriegt
Παραδείγματα
Sie kriegen immer gute Noten.
Αυτοί πάντα λαμβάνουν καλούς βαθμούς.



























