kriegen
Pronunciation
/ˈkriːɡən/

Ορισμός και σημασία του "kriegen"στα γερμανικά

kriegen
01

λαμβάνω, αποκτώ

Etwas erhalten oder bekommen
kriegen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
kriege
γ΄ ενικό πρόσωπο
kriegt
ενεστώτα μετοχή
kriegend
απλός αόριστος
kriegte
παθητική μετοχή
gekriegt
Παραδείγματα
Sie kriegen immer gute Noten.
Αυτοί πάντα λαμβάνουν καλούς βαθμούς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store