kriegen
kriegen
kʁi:gng
krigng

Ορισμός και σημασία του "kriegen"στα γερμανικά

kriegen
01

λαμβάνω, αποκτώ

Etwas erhalten oder bekommen 
kriegen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
kriege
γ΄ ενικό πρόσωπο
kriegt
ενεστώτα μετοχή
kriegend
απλός αόριστος
kriegte
παθητική μετοχή
gekriegt
Παραδείγματα
Ich kriege morgen ein Geschenk. 

Λαμβάνω ένα δώρο αύριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store