kreativ
Pronunciation
/krɛaˈtiːf/

Ορισμός και σημασία του "kreativ"στα γερμανικά

01

δημιουργικός, εφευρετικός

Fähig, neue und originelle Ideen oder Lösungen zu finden
kreativ definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am kreativsten
συγκριτικός βαθμός
kreativer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Kreative Menschen denken oft außerhalb der Norm.
Οι δημιουργικοί άνθρωποι συχνά σκέφτονται εκτός των συνηθισμένων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store