Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kraulen
[past form: kraulte]
01
χαϊδεύω απαλά, περνώ τα δάχτυλα ελαφρά
Sanft mit den Fingern über etwas streichen
Παραδείγματα
Er krault seinem Baby sanft über den Kopf.
Αυτός χαϊδεύει απαλά το κεφάλι του μωρού του.
02
κολυμπώ κρόουλ, κάνω κρόουλ
Eine Schwimmtechnik, bei der abwechselnd die Arme über Wasser nach vorne geworfen werden und mit den Beinen geschlagen wird
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
kraule
γ΄ ενικό πρόσωπο
krault
ενεστώτα μετοχή
kraulend
απλός αόριστος
kraulte
παθητική μετοχή
gekrault
Παραδείγματα
Kannst du schneller kraulen oder Brustschwimmen?
Μπορείς να κολυμπήσεις κρόουλ ή πρόσθιο πιο γρήγορα ;



























