die krankheit
krankheit
kʁankhaɛ̯t
krankhaet

Ορισμός και σημασία του "krankheit"στα γερμανικά

01

ασθένεια, πάθηση

Ein Zustand, bei dem jemand körperlich oder psychisch krank ist 
die Krankheit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Krankheit
πληθυντικός τύπος
Krankheiten
Παραδείγματα
Die Krankheit ist sehr ansteckend. 

Η ασθένεια είναι πολύ μεταδοτική.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store