die krankenschwester
krankenschwester
kʁankənʃvɛstɐ
krankēnshvest

Ορισμός και σημασία του "krankenschwester"στα γερμανικά

Die Krankenschwester
01

νοσοκόμα, φροντιστής ασθενών

Eine Person, die kranke Menschen im Krankenhaus oder zu Hause pflegt 
die Krankenschwester definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Krankenschwestern
αρσενικό ενικό
Krankenpfleger
θηλυκό ενικό
Krankenschwester
neutral form
Pflegekraft
γενική πτώση
Krankenschwester
Παραδείγματα
Die Krankenschwester hilft dem Arzt im Krankenhaus. 

Η νοσοκόμα βοηθάει τον γιατρό στο νοσοκομείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store