die Krankenschwester
Pronunciation
/ˈkʀaŋkn̩ˌʃvɛstɐ/

Ορισμός και σημασία του "krankenschwester"στα γερμανικά

Die Krankenschwester
01

νοσοκόμα, φροντιστής ασθενών

Eine Person, die kranke Menschen im Krankenhaus oder zu Hause pflegt
die Krankenschwester definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Krankenschwester
πληθυντικός τύπος
Krankenschwestern
Παραδείγματα
Die Krankenschwester ist sehr freundlich und hilfsbereit.
Η νοσοκόμα είναι πολύ φιλική και εξυπηρετική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store