der kopfhörer
kopfhörer
kɔpfhø:ʀɐ
κοπφχёρ

Ορισμός και σημασία του "kopfhörer"στα γερμανικά

Der Kopfhörer
01

Gerät, das man auf oder in die Ohren setzt, um Ton zu hören 

der Kopfhörer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Kopfhörer
γενική πτώση
Kopfhörers
Παραδείγματα
Ich höre Musik mit einem Kopfhörer. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store