das konzert
konzert
kɔntsɛɐt
kawntset
konzept

Ορισμός και σημασία του "konzert"στα γερμανικά

01

συναυλία, ρεσιτάλ

Eine Veranstaltung, bei der Musik live gespielt wird 
das Konzert definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Konzert(e)s
πληθυντικός τύπος
Konzerte
Παραδείγματα
Ich gehe morgen zu einem Konzert. 

Αύριο πηγαίνω σε μια συναυλία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store