das konto
kon
ˈkɔn
kawn
to
to
to
kongo

Ορισμός και σημασία του "konto"στα γερμανικά

01

λογαριασμός, τραπεζικός λογαριασμός

Ein Bankkonto, auf dem Geld verwaltet wird 
das Konto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Konten
γενική πτώση
Kontos
Παραδείγματα
Ich habe ein Konto bei der Deutschen Bank. 

Έχω έναν λογαριασμό στην Deutsche Bank.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store