Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Konjunktur
[gender: feminine]
01
κυκλική οικονομική κατάσταση, οικονομικός κύκλος
Die gesamtwirtschaftliche Lage eines Landes, die sich in zyklischen Schwankungen zeigt
Παραδείγματα
Die globale Konjunktur erholt sich langsam.
Η παγκόσμια οικονομική κατάσταση αναρρώνει αργά.


























