Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Konferenz
[gender: feminine]
01
συνέδριο, συνάντηση
Treffen, bei dem viele Leute über ein Thema sprechen
Παραδείγματα
Die Konferenz fand in einem großen Saal statt.
Η διάσκεψη πραγματοποιήθηκε σε μια μεγάλη αίθουσα.


























