komisch
ko
ˈko:
ko
misch
mɪʃ
mish
kosmisch

Ορισμός και σημασία του "komisch"στα γερμανικά

01

αστείος, διασκεδαστικός

Lustig oder merkwürdig im Sinne von Lachen erregend 
komisch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
komischsten
συγκριτικός βαθμός
komischer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Film war sehr komisch. 

Η ταινία ήταν πολύ αστεία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store