der kochkurs
kochkurs
kɔxkʊʁs
kawkhkoors

Ορισμός και σημασία του "kochkurs"στα γερμανικά

01

μαθήματα μαγειρικής, σεμινάριο μαγειρικής

Ein Kurs, in dem man das Kochen lernt 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Kochkurse
γενική πτώση
Kochkurses
Παραδείγματα
Ich habe mich für einen Kochkurs angemeldet. 

Έχω εγγραφεί σε ένα μάθημα μαγειρικής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store