Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Kochkurs
[gender: masculine]
01
μαθήματα μαγειρικής, σεμινάριο μαγειρικής
Ein Kurs, in dem man das Kochen lernt
Παραδείγματα
Der Kochkurs macht viel Spaß und ist sehr lehrreich.
Το μάθημα μαγειρικής είναι πολύ διασκεδαστικό και πολύ εκπαιδευτικό.


























