Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kochen
01
μαγειρεύω, ετοιμάζω φαγητό
Essen mit Hitze zubereiten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
koche
γ΄ ενικό πρόσωπο
kocht
ενεστώτα μετοχή
kochend
απλός αόριστος
kochte
παθητική μετοχή
gekocht
Παραδείγματα
Ich koche das Abendessen.
Εγώ μαγειρεύω το δείπνο.
02
βράζω, μαγειρεύω
Sehr heiß werden und Blasen machen
Παραδείγματα
Das Wasser kocht.
Το νερό βράζει.



























