kochen
ko
ˈkɔ
kaw
chen
xən
khēn
knochenkuchen

Ορισμός και σημασία του "kochen"στα γερμανικά

kochen
01

μαγειρεύω, ετοιμάζω φαγητό

Essen mit Hitze zubereiten 
kochen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
koche
γ΄ ενικό πρόσωπο
kocht
ενεστώτα μετοχή
kochend
απλός αόριστος
kochte
παθητική μετοχή
gekocht
Παραδείγματα
Ich koche das Abendessen. 

Εγώ μαγειρεύω το δείπνο.

02

βράζω, μαγειρεύω

Sehr heiß werden und Blasen machen 
kochen definition and meaning
Παραδείγματα
Das Wasser kocht. 

Το νερό βράζει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store