die Klingel
Pronunciation
/ˈklɪŋl̩/

Ορισμός και σημασία του "klingel"στα γερμανικά

Die Klingel
[gender: feminine]
01

κουδούνι, θυροτηλέφωνο

Gerät, das durch Drücken oder Ziehen ein Klingelzeichen erzeugt, meist an einer Tür
die Klingel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Klingel
πληθυντικός τύπος
Klingeln
Παραδείγματα
Kinder spielen oft mit der Klingel.
Τα παιδιά παίζουν συχνά με το κουδούνι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store