Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Klingel
[gender: feminine]
01
κουδούνι, θυροτηλέφωνο
Gerät, das durch Drücken oder Ziehen ein Klingelzeichen erzeugt, meist an einer Tür
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Klingel
πληθυντικός τύπος
Klingeln
Παραδείγματα
Kinder spielen oft mit der Klingel.
Τα παιδιά παίζουν συχνά με το κουδούνι.



























