der Klimawandel
Pronunciation
/ˈkliːmaˌvandl̩/

Ορισμός και σημασία του "klimawandel"στα γερμανικά

Der Klimawandel
[gender: masculine]
01

κλιματική αλλαγή, παγκόσμια θέρμανση

Die langfristige Veränderung des Wetters und der Temperaturen auf der Erde
der Klimawandel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Klimawandels
πληθυντικός τύπος
Klimawandel
Παραδείγματα
Der Klimawandel ist eine große Herausforderung für die Menschheit.
Η κλιματική αλλαγή είναι μια μεγάλη πρόκληση για την ανθρωπότητα.

Λεξικό Δέντρο

klimawandel

klima

+

wandel

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store