Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Klimawandel
[gender: masculine]
01
κλιματική αλλαγή, παγκόσμια θέρμανση
Die langfristige Veränderung des Wetters und der Temperaturen auf der Erde
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Klimawandels
πληθυντικός τύπος
Klimawandel
Παραδείγματα
Der Klimawandel ist eine große Herausforderung für die Menschheit.
Η κλιματική αλλαγή είναι μια μεγάλη πρόκληση για την ανθρωπότητα.



























