die klimaanlage
kli
ˈkli:
kli
ma
ma
ma
an
an
an
la
ˌla:
la
ge

Ορισμός και σημασία του "klimaanlage"στα γερμανικά

Die Klimaanlage
01

κλιματιστικό

Ein Gerät, das die Luft kühlt oder belüftet 
die Klimaanlage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Klimaanlagen
γενική πτώση
Klimaanlage
Παραδείγματα
Die Klimaanlage im Büro funktioniert gut. 

Το κλιματιστικό στο γραφείο λειτουργεί καλά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store