der Klempner

Ορισμός και σημασία του "klempner"στα γερμανικά

01

υδραυλικός, σωληνάς

eine Person, die Rohrleitungen repariert, installiert und Wartungsarbeiten an Wasser- und Abwassersystemen durchführt
der Klempner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Klempners
πληθυντικός τύπος
Klempner
Παραδείγματα
Wenn das Wasser in der Wohnung nicht funktioniert, ruft man den Klempner.
Αν το νερό στο διαμέρισμα δεν λειτουργεί, καλείται ο υδραυλικός.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store