Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Kleinwagen
[gender: masculine]
01
μικρό αυτοκίνητο, συμπαγές αυτοκίνητο
kleines, leichtes Auto mit geringem Verbrauch, ideal für kurze Strecken und enge Straßen
Παραδείγματα
Der neue Kleinwagen bietet moderne Sicherheitsfunktionen.
Το νέο μικρό αυτοκίνητο προσφέρει σύγχρονες λειτουργίες ασφαλείας.



























