der kleber
kleber
kle:bɐ
kleb

Ορισμός και σημασία του "kleber"στα γερμανικά

01

κόλλα, προσκολλητικό

Ein Stoff, mit dem man Materialien aneinander befestigen oder verkleben kann 
der Kleber definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Kleber
γενική πτώση
Klebers
Παραδείγματα
Ich brauche Kleber, um das Papier zu reparieren. 

Χρειάζομαι κόλλα για να επιδιορθώσω το χαρτί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store