Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Klavier
01
πιάνο, πληκτρολόγιο
Ein großes Musikinstrument mit Tasten, auf dem man Melodien spielen kann
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Klaviere
γενική πτώση
Klavier(e)s
Παραδείγματα
Sie spielt seit zehn Jahren Klavier.
Παίζει πιάνο εδώ και δέκα χρόνια.
LanGeek



























