Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Klausur
[gender: feminine]
01
εξέταση, διαγώνισμα
Eine Prüfung an Schule oder Uni, bei der man unter Aufsicht schriftliche Aufgaben löst
Παραδείγματα
Handys sind in der Klausur verboten.
Τα κινητά τηλέφωνα απαγορεύονται κατά τη διάρκεια της εξέτασης.
02
κλειστό τμήμα μοναστηριού, χώρος αποχωρισμού και διαλογισμού
Ein abgetrennter Bereich in Klöstern für Rückzug und Meditation
Παραδείγματα
Die Klausur dient der spirituellen Einkehr.
Το κλειστό εξυπηρετεί την πνευματική συγκέντρωση.


























