Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Klausur
01
εξέταση, διαγώνισμα
Eine Prüfung an Schule oder Uni, bei der man unter Aufsicht schriftliche Aufgaben löst
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Klausur
πληθυντικός τύπος
Klausuren
Παραδείγματα
Die Mathe-Klausur war sehr schwer.
Η εξέταση στα μαθηματικά ήταν πολύ δύσκολη.
02
κλειστό τμήμα μοναστηριού, χώρος αποχωρισμού και διαλογισμού
Ein abgetrennter Bereich in Klöstern für Rückzug und Meditation
Παραδείγματα
Die Klausur des Klosters ist für Besucher tabu.
Η κλειστή περιοχή της μονής απαγορεύεται στους επισκέπτες.



























