Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
klatschen
01
χειροκροτώ
Mit den Händen Geräusche machen, um Beifall zu zeigen oder einen Rhythmus zu begleiten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
klatsche
γ΄ ενικό πρόσωπο
klatscht
ενεστώτα μετοχή
klatschend
απλός αόριστος
klatschte
παθητική μετοχή
geklatscht
Παραδείγματα
Alle klatschten, als der Redner fertig war.
Όλοι χειροκρότησαν όταν ο ομιλητής τελείωσε.



























