Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Klassiker
01
κλασικό, αιώνιο αριστούργημα
Ein Werk oder Gegenstand von zeitloser Bedeutung und hoher Qualität, das/der über Generationen hinweg geschätzt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Klassikers
πληθυντικός τύπος
Klassiker
Παραδείγματα
Dieses Rezept ist ein Klassiker der deutschen Küche.
Αυτή η συνταγή είναι ένα κλασικό της γερμανικής κουζίνας.



























